Το δίλημμα ευρώ ή δραχμή: τρικυμία στο φλιτζάνι του τσαγιού;

Γ. Ε.

Σε περίπτωση εξόδου από την ευρωζώνη χωρίς πρωτοβουλία του λαϊκού κινήματος τα άμεσα καθήκοντα του τελευταίου μάλλον θα είναι διατηρηθεί ο λαός ζωντανός και η χώρα όρθια καθώς και η υπεράσπιση του λαού και του κινήματος από το φασισμό,Όσοι έχουν δει τις «Συμμορίες της Νέας Υόρκης» θα θυμούνται την προτελευταία σκηνή του έργου και το τέλος της ιστορίας. Οι αντίπαλοι έχουν παραταχθεί στην πλατεία για να λύσουν τις διαφορές τους ενώ την ίδια στιγμή μία πολύ ευρύτερη σύγκρουση εξελίσσεται στην πόλη. Πριν προλάβουν να τις λύσουν μία αδέσποτη βόμβα σκάει στη μέση της πλατείας στέλνοντας και τους μεν και τους δε άψαλτους.
Η ομοιότητα της παραπάνω ιστορίας με τη σημερινή κατάσταση έγκειται στο ότι καθώς οξύνεται η κρίση οξύνονται οι αντιθέσεις και επομένως οι συγκρούσεις ανάμεσα σε τάξεις στο εσωτερικό των χωρών, στο εσωτερικό των αστικών τάξεων της ίδιας χώρας καθώς και ανάμεσα σε αστικές τάξεις διαφορετικών χωρών. Οι δρόμοι που θα πάρει η σύγκρουση, οι πιθανοί συμβιβασμοί και η αντανάκλαση στο πολιτικό εποικοδόμημα δεν μπορούν να προβλεφθούν με ακρίβεια εκ των προτέρων.

Το ζητούμενο για τα υποκείμενα της ιστορίας είναι αναλύοντας τη συγκεκριμένη μορφή με την οποία αυτές οι αντιθέσεις εμφανίζονται στη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία να προβλέψει πιθανές τροχιές της προκειμένου να αναπτύξει μία ευέλικτη τακτική που θα μπορεί να προσαρμόζεται στις καμπές που η διαπάλη θα ακολουθήσει.

Το σημείωμα αυτό δεν φιλοδοξεί να αποτελέσει κάτι τέτοιο αλλά να συμβάλει στον προβληματισμό σε σχέση με μία πιθανή τροχιά των εξελίξεων: την πιθανότητα η έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ να συμβεί ανεξάρτητα από τις εξελίξεις στο εσωτερικό της χώρας. Ταυτόχρονα να παρουσιάσει πλευρές των ενδοαστικών αντιθέσεων όπως αντανακλώνται στον τύπο, πλευρές οι οποίες έχουν ευρύτερο ενδιαφέρον, πέρα από το ζήτημα της ελληνικής εξόδου. Βασίζεται σε δημοσιεύματα του γερμανόφωνου κυρίως τύπου και παρουσιάζει σημαντικά κενά που θα επισημανθούν.

Ο δημόσιος διάλογος που αφορά τη γερμανική άρχουσα τάξη (και όχι η «τροφή» που δίνουν στο πόπολο) είναι εδώ και καιρό πολωμένη, ανάμεσα σε αυτούς που θα ονομάσουμε σχηματικά «ευρωσκεπτικιστές»[1] και τους «υπέρμαχους του ευρώ»[2]. Και οι δύο πλευρές δέχονται την εμφάνιση των αποτελεσμάτων της ανισόμετρης ανάπτυξης αν και τα αποδίδουν σε διαφορετικούς μηχανισμούς. Οι μεν πρώτοι ακολουθούν την κυρίαρχη στον πολιτικό λόγο ερμηνεία ότι οφείλονται σε συγκυριακούς λόγους, όπως η αναποτελεσματικότητα των προβληματικών χωρών, οι δε δεύτεροι αναγνωρίζουν το αναπόδραστο του πράγματος προβάλλοντας το απλό επιχείρημα ότι τα εξωτερικά ισοζύγια αναγκαστικά έχουν μηδενικό άθροισμα, επομένως είναι αδύνατο να έχει κάποια χώρα πλεόνασμα αν κάποια άλλη δεν έχει έλλειμμα. Και οι δύο πλευρές αναγνωρίζουν ότι η αντιμετώπιση της κρίσης μέσω της πίεσης στα λαϊκά στρώματα γενικά αλλά και τις αστικές τάξεις των περιφερειακών χωρών είναι ανεπαρκής, από μόνη της, για τον έλεγχο της κατάστασης. Οι συνταγές που προτείνουν όμως είναι διαφορετικές.

Η πρώτη σχολή έχοντας αναδείξει το τεράστιο άνοιγμα που έχει η γερμανική κεντρική τράπεζα στα πλαίσια του συστήματος target 2 με τα ποσά που έχει λαμβάνειν να φτάνουν το μισό τρις τον Ιανουάριο και να αυξάνονται σταθερά δίνει δύο κατευθύνσεις: αποκοπή χωρών που δεν μπορούν να ακολουθήσουν[3] και εμπράγματες εγγυήσεις για τις συναλλαγές ώστε η γερμανική κεντρική τράπεζα να μην κινδυνεύει να χάσει τα λεφτά της. Σχεδόν με οργή διαπιστώνουν ότι εξαιτίας αυτού του ανοίγματος η Γερμανία είναι ουσιαστικά παγιδευμένη στο ευρώ, αν δεν θέλει να χάσει τα λεφτά της. Η δεύτερη σχολή αφού κατηγορήσει την πρώτη ότι από την αρχή δεν ήθελε το ευρώ προβάλει μακροπρόθεσμα μία πολιτική μείωσης των γερμανικών πλεονασμάτων (οι πρόσφατες, εύκολες, αυξήσεις 6% στη συλλογική σύμβαση των δημοσίων υπαλλήλων και 4,3% σε αυτή των εργατών μετάλλου θεωρείται ότι κινούνται ήδη σε αυτή την κατεύθυνση) και μόνιμους μηχανισμούς που θα αντισταθμίζουν τις συνέπειες του νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης (τα γνωστά: ευρωομόλογο, άμεσες επενδύσεις στην περιφέρεια, αναβάθμιση της ΕΚΤ σε κανονική κεντρική τράπεζα κλπ.).

Το ερώτημα που προκύπτει και αποτελεί το μεγάλο κενό του σημειώματος αυτού είναι ποια τμήματα της γερμανικής αστικής τάξης εκφράζει κάθε «σχολή» και ποιος είναι ο συσχετισμός δύναμης μεταξύ τους. Αυτό δεν μπορεί να συναχθεί από την απλή ανάγνωση του τύπου. Μέχρι πρόσφατα η Γερμανία έμοιαζε ακίνητη μην πηγαίνοντας ούτε προς τη μία ούτε προς την άλλη κατεύθυνση. Ενδεχομένως αυτό να εξηγείται από μία σχετική ισορροπία δυνάμεων, αλλά χωρίς τις παραπάνω πληροφορίες αυτό δεν μπορεί να διερευνηθεί. Η Γερμανία βέβαια δεν είχε βραχυπρόθεσμα κανένα λόγο να βιάζεται, η κατάσταση που είχε διαμορφωθεί την έφερε σε μία ονειρεμένη θέση: με ένα νόμισμα αδύναμο για τα δεδομένα της οικονομίας της και ταυτόχρονα σχεδόν ανύπαρκτα επιτόκια. Κάτω από κανονικές συνθήκες μπορεί κανείς να έχει είτε το ένα είτε το άλλο, όχι όμως και τα δύο. Ταυτόχρονα αποδυναμώνει τις αστικές τάξεις των χωρών που η συνδυασμένη επιρροή τους θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση την επικράτηση των γερμανικών θέσεων. Άρα η Γερμανία δεν είχε κανένα κίνητρο να βιαστεί. Ή μήπως όχι;

Τα άλλα παλιά ιμπεριαλιστικά κέντρα εκτός ευρωζώνης, ΗΠΑ και Βρετανία, πιέζουν για τη λήψη άμεσης δράσης φοβούμενα τις επιπτώσεις της κρίσης στις οικονομίες τους που ακροβατούν μεταξύ ύφεσης και αναιμικής ανάκαμψης, ωστόσο η πρωτοβουλία εξακολουθεί να ανήκει στη Γερμανία[4]. Από την περασμένη εβδομάδα φαίνεται πως η Γερμανία κινείται, αν και διστακτικά, στην κατεύθυνση που υποδείκνυαν οι υπέρμαχοι του ευρώ. Όμως τώρα πια δεν είναι μόνο οι αγγλοσάξωνες αναλυτές που αμφισβητούν τη βιωσιμότητα του ευρώ, ακόμα και οι υποστηρικτές του διατυπώνουν αμφιβολίες εάν μπορεί πλέον να συμμαζευτεί η ζημιά που έχει γίνει. Κανένας, από όσους δεν έχουν πολιτική θέση, δε διακινδυνεύει μεσοπρόθεσμη πρόβλεψη. Κάπως έτσι προκύπτει μία πιθανή τροχιά εξόδου: απλώς η ευρωζώνη παύει να υπάρχει ή περιορίζεται σε μία ομάδα χωρών που αποτελείται από τη Γερμανία και κάποιους δορυφόρους.

Από την άλλη ο γερμανός υπουργός οικονομίας δηλώνει πως η Ισπανία τα έκανε όλα καλά αλλά υποφέρει εξαιτίας του ελληνικού ιού. Αν η διαπίστωση αυτή είχε διατυπωθεί από κάποιον αφελή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αφέλεια. Καθώς το πολιτικό εποικοδόμημα έχει μία σχετική αυτονομία από την οικονομική βάση η κυρίαρχη αφήγηση περί κρίσης στη Γερμανία έχει αποκτήσει μία δική της ζωή και έχει δημιουργήσει μία αδράνεια. Αυτός ήταν και ο σκοπός της, να δικαιολογήσει την έως τώρα ασκούμενη πολιτική της μη απόφασης, πέρα από τις συνταγές που είχαν περιγραφεί σε κατευθύνσεις της ΕΕ προ κρίσης περί περιορισμού του εργατικού κόστους, «ευελιξίας» στην εργασία, ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς κλπ.. Τώρα που έρχεται η ώρα της απόφασης όμως, η αδράνεια αυτή είναι δύσκολο να ξεπεραστεί. Είναι εύκολο να φανταστεί κανείς ότι η αλλαγή πορείας δε θα δικαιολογηθεί με την αποτυχία της ασκούμενης πολιτικής να σταθεροποιήσει τις οικονομίες της ευρωζώνης αλλά με τη διαλυτική επίδρασης της ελληνικής παρουσίας σε αυτή. Ίσως λοιπόν να δημιουργούνται οι προϋποθέσεις της ελληνικής αποκοπής ως μέσου πολιτικής διαχείρισης της γερμανικής μεταβολής πολιτικής. Το ρίσκο είναι βέβαια πολύ μεγάλο, και δεν είναι τυχαίο ότι το σενάριο δημοσιοποιήθηκε από ιταλική εφημερίδα, ενδεχομένως σε μία προσπάθεια να το αποδυναμώσει (και το επανέφερε στη συνέχεια ο Βρετανός υπουργός οικονομικών). Η Ιταλία θα είναι από τα πρώτα θύματα αν η μανούβρα αποτύχει. Το σενάριο αυτό εξαρτάται από τη στάθμιση μεταξύ οικονομικού κινδύνου και δυνατότητας πολιτικής διαχείρισης χωρίς ελληνική αποκοπή. Προς το παρόν επικρατεί ο φόβος του κινδύνου. Δύσκολα μπορεί να προβλεφθεί εάν η σχέση αυτή είναι δυνατό να αλλάξει και κάτω από ποιες προϋποθέσεις.

Συνοψίζοντας φαίνεται ότι υπάρχουν δύο δυνατές τροχιές εξόδου από το ευρώ, είτε λόγω της διάλυσης του ευρώ, είτε εάν η πολιτική διαχείριση της κρίσης στο κέντρο είναι αδύνατη χωρίς κάποια θυσία. Είναι αδύνατο στο γράφοντα να εκτιμήσει την πιθανότητα να συμβεί κάτι από αυτά. Απλώς αρκούμε στην επισήμανση ότι δε φαίνεται να είναι μηδενικές οι πιθανότητες.

Η αντανάκλαση της κατάστασης στις ελληνικές ενδοαστικές αντιθέσεις έχει επίσης ένα αυτόνομο ενδιαφέρον. Ο Sinn κάνει δύο κρίσιμες επισημάνσεις που δε μεταφέρθηκαν στα ελληνικά ΜΜΕ. Η πρώτη είναι ότι η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης ευνοεί τις τράπεζες απέναντι στις παραγωγικές επιχειρήσεις. Ενώ η αξία των προϊόντων και της περιουσίας των δεύτερων υποτιμάται η αξία των δανείων παραμένει σταθερή. Σε περίπτωση εξόδου από το ευρώ η υποτίμηση θα ήταν ανάλογη και για τις δύο πλευρές. Η δεύτερη είναι ότι στη Ελλάδα υπάρχει ισχυρό λόμπυ εισαγωγέων για το οποίο η έξοδος από το ευρώ θα ήταν καταστροφική και αδύναμο λόμπυ εξαγωγέων που θα είχαν συμφέρον από αυτή. Κοιτώντας την ελληνική πολιτική ζωή το ενδιαφέρον είναι ότι αυτό το μειοψηφικό κομμάτι της ελληνικής αστικής τάξης δε φαίνεται να κινητοποιείται προς κάποια τέτοια κατεύθυνση. Δύο ερμηνείες μπορούν να δοθούν: η διαπλοκή της ιδιοκτησίας τους με το τραπεζικό κεφάλαιο καθώς και ο φόβος της μη κυβερνησιμότητας της χώρας σε περίπτωση εξόδου που θα εξανέμιζε τα όποια πλεονεκτήματά της. Μένει μόνο ένα τμήμα της πλέον αεριτζίδικης αστικής τάξης να κινητοποιείται υπέρ της εξόδου.

Τα παραπάνω δεν έχουν μόνο ακαδημαϊκό ενδιαφέρον αλλά έχουν σημασία για τον προσδιορισμό των καθηκόντων του λαϊκού κινήματος. Σε περίπτωση εξόδου από την ευρωζώνη χωρίς πρωτοβουλία του λαϊκού κινήματος τα άμεσα καθήκοντα του τελευταίου μάλλον θα είναι διατηρηθεί ο λαός ζωντανός και η χώρα όρθια καθώς και η υπεράσπιση του λαού και του κινήματος από το φασισμό, ο οποίος θα γίνει πιθανότατα ισχυρή ή και κυρίαρχη πολιτική επιλογή της εγχώριας αστικής τάξης. Εφόσον τα άμεσα καθήκοντα εκπληρωθούν θα έχουν συγκεντρωθεί αρκετές δυνάμεις ώστε να τεθούν επί τάπητος τα επόμενα καθήκοντα: να απαλλαγεί η χώρα από τον κίνδυνο επανάληψης μιας τέτοιας κρίσης καταπολεμώντας ριζικά την αιτία τους, δηλαδή το σύστημα που τις γεννά. Το πρώτο βήμα προετοιμασίας του κινήματος είναι η αναγνώριση των παραπάνω εκδοχών ως υπαρκτών.

Υστερόγραφο: Ενώ είχε ολοκληρωθεί αυτό το σημείωμα δημοσιοποιήθηκε η τοποθέτηση της γερμανίδας καγκελαρίου ότι η Γερμανία είναι διατεθειμένη να κάνει πολλά για να σωθεί το ευρώ αλλά η ισχύς της δεν είναι απεριόριστη. Η αντίστροφη μέτρηση ίσως να έχει ήδη αρχίσει ….

 ΠΗΓΗ: Εργατικός Αγώνας ~ via: contramee

[1] Ενδεικτικά H.W. Sinn καθηγητής του Πανεπιστημίου Μονάχου, διευθυντής του ινστιτούτου Ifo.

[2] Ενδεικτικά P. Bofinger καθηγητής στο πανεπιστήμιο Wurzburg, σοσιαλδημοκράτης και μέλος του «συμβουλίου σοφών» της καγκελαρίας για την οικονομία, W. Munchau πρωτεργάτης των Financial Τimes Deutschland, τώρα αρθρογράφος της «μητρικής» έκδοσης.

[3] Βλέπε την πρόταση να χρησιμοποιηθούν τα κονδύλια του δεύτερου πακέτου «διάσωσης» για μια ελεγχόμενη έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη.

[4] Έχει ενδιαφέρον η έκφραση αυτής της αντιπαράθεσης στα εξώφυλλα. Την εβδομάδα μετά την κυκλοφορία του Economist με το καράβι που βουλιάζει ενώ μια φωνή ρωτάει: «μπορούμε τώρα να ξεκινήσουμε τις μηχανές κυρία Merkel;» ο Spiegel κυκλοφόρησε με εξώφυλλο φωτογραφία του αμερικανού προέδρου και τίτλο «Κρίμα. Η ατυχήσασα προεδρική

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: