ΕΕ – Ευρωζώνη: Το πραγματικό δίλημμα για το λαό

                                                                                                                                       Του Μάκη ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ*
Οι σκληρές διαπραγματεύσεις στη νέα Σύνοδο του Γιούρογκρουπ μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωζώνης με την άμεση συμμετοχή των ΗΠΑ, δεν πρέπει να κρύψουν από τους εργαζόμενους το κύριο: τη στρατηγική συμφωνία στην κλιμάκωση της αντιλαϊκής επίθεσης, με στόχο τη θωράκιση της ανταγωνιστικότητας των μονοπωλιακών ομίλων. Ολα τα συζητούμενα σενάρια για την επόμενη ημέρα στην Ευρωζώνη έχουν σαν σταθερή παράμετρο τη διασφάλιση φθηνότερης εργατικής δύναμης, αύξηση του βαθμού εκμεταλλεύσεων, επιτάχυνση των αναδιαρθρώσεων, των ιδιωτικοποιήσεων, για να διασφαλισθούν νέες διέξοδοι επένδυσης του υπερσυσσωρευμένου κεφαλαίου με ικανοποιητικό ποσοστό κέρδους.

Οποιος έχει την παραμικρή αμφιβολία, δεν έχει παρά να παρακολουθήσει την πολιτική που εφαρμόστηκε και εφαρμόζεται σ’ όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ και όχι μόνο στην Ελλάδα, την τελευταία δεκαπενταετία.

Οπως και στις δυο προηγούμενες συνόδους, οι διαπραγματεύσεις και οι σχετικές συμβιβαστικές προτάσεις εστιάζουν στον επιμερισμό των βαρών διαχείρισης των υπερχρεωμένων κρατών της Ευρωζώνης ανάμεσα σε κράτη αλλά και τραπεζικούς ομίλους.

Βάση της διαπραγμάτευσης αποτελεί πλέον η γαλλογερμανική πρόταση Μέρκελ – Σαρκοζί της 16ης Αυγούστου, που εστιάζει στη δημιουργία πλαισίου ενιαίας οικονομικής διακυβέρνησης της Ευρωζώνης και στην επιβολή αυστηρής δημοσιονομικής πολιτικής με ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, χωρίς ετήσιο έλλειμμα. Στη σύνοδο του Γιούρογκρουπ επιβεβαιώθηκε ξανά η γερμανική γραμμή που θέτει σαν πρώτο στόχο τη δημοσιονομική σύγκλιση.

Οι άμεσες διαπραγματεύσεις περιορίσθηκαν στη διεύρυνση των δυνατοτήτων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) σχετικά με τη στήριξη των ευρωπαϊκών τραπεζών αλλά και τους όρους δανειοδότησης κυβερνήσεων με «παροχή ασφάλειας» (εγγυήσεων) στους πιστωτές. Συζητήθηκαν οι όροι παροχής μελλοντικών δανείων του EFSF και η δυνατότητα αύξησης των διαθέσιμων πόρων του.

Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια προετοιμασία των ισχυρών κρατών και τραπεζικών ομίλων για να αμβλύνουν τις δικές τους αρνητικές συνέπειες, σε κάθε μελλοντικό σενάριο, πχ η ανεξέλεγκτη χρεοκοπία μιας χώρας. Πριν τη Σύνοδο, η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ, Κρ. Λαγκάρντ, είχε ζητήσει την κρατική ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών σε ΕΕ και ΗΠΑ τονίζοντας ότι «η παγκόσμια οικονομία έχει εισέλθει σε νέα επικίνδυνη φάση». Στη συνέχεια οι πέντε μεγάλες κεντρικές τράπεζες (ΕΚΤ, FED/ΗΠΑ, Τράπεζα της Αγγλίας, της Ιαπωνίας και της Ελβετίας) ανακοίνωσαν ότι θα στηρίξουν τις ανάγκες ρευστότητας των τραπεζών της Ευρωζώνης.

Για την Ελλάδα ενδιαφέρονται για τη θωράκιση των τραπεζών στις περιπτώσεις ελεγχόμενης χρεοκοπίας, νέας σημαντικής απαξίωσης – «κουρέματος» των κρατικών ομολόγων, προσωρινής διακοπής καταβολής δόσεων δανείου. Το γερμανικό περιοδικό «Der Spiegel» έχει ήδη αποκαλύψει, χωρίς στην ουσία να διαψευστεί, ότι η γερμανική κυβέρνηση επεξεργάζεται δύο σενάρια παρεμβάσεων, ένα με την παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ και ένα με την έξοδό της.

Στη Σύνοδο επίσης επιβεβαιώθηκε η δέσμευση της Ελλάδας στην καταβολή εγγυήσεων στους πιστωτές, με αφορμή τις απαιτήσεις της Φινλανδίας, καθώς και για την επιτάχυνση της εφαρμογής του Μεσοπρόθεσμου. Ωστόσο, αυτή η συζήτηση αποτελεί την κορυφή του παγόβουνου των διεργασιών και των αντιθέσεων ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα.

Φυγόκεντρες δυνάμεις στη λυκοσυμμαχία

Η άτυπη Σύνοδος του Γιούρογκρουπ δεν κατάφερε να αμβλύνει ουσιαστικά την όξυνση των αντιθέσεων στο εσωτερικό της ΕΕ και ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα διεθνώς.

Αντιθέσεις που δεν περιορίζονται στο πρόβλημα της διαχείρισης των υπερχρεωμένων κρατών της Ευρωζώνης. Ασφαλώς υπάρχει η δυσκολία μακροπρόθεσμης συμφωνίας έστω και για τον επιμερισμό των βαρών και της αναγκαίας απαξίωσης κεφαλαίων μεταξύ κρατών – μελών της ΕΕ, τραπεζών, ομίλων. Ιδιαίτερα σ’ αυτή τη φάση, που η διαπραγμάτευση δεν αφορά στην ουσία τα μικρά απόλυτα μεγέθη της ελληνικής οικονομίας αλλά τα μεγάλα της Ιταλίας, της Ισπανίας ακόμα και της Γαλλίας.

Ομως οι πολιτικές ηγεσίες της ΕΕ γνωρίζουν ότι η διόγκωση του δημόσιου χρέους αποτελεί μια εκδήλωση των συνεπειών της ανισόμετρης ανάπτυξης και του ανταγωνισμού των κρατών – μελών της ΕΕ που οξύνθηκε στη φάση της κρίσης. Η πραγματική αιτία της όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων οφείλεται στην επίδραση των ακόλουθων παραγόντων:

α) Στην επιβράδυνση που ήδη καταγράφεται στις ΗΠΑ και στην Ευρωζώνη και στην πιθανότητα εκδήλωσης νέας συγχρονισμένης κρίσης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου σε ΗΠΑ, ΕΕ, Ιαπωνία που περιλαμβάνουν στις προβλέψεις τους ο ΟΟΣΑ, η Παγκ. Τράπεζα, ο αρμόδιος Κοινοτικός επίτροπος και η ενδιάμεση έκθεση της Κομισιόν.

β) Η ένταση της ανισόμετρης ανάπτυξης και η μεταβολή του συσχετισμού δύναμης υπέρ της Γερμανίας στο εσωτερικό της Ευρωζώνης. Η απόκλιση της ανταγωνιστικότητας Γερμανίας – Γαλλίας διευρύνεται, ενώ ισχυροποιούνται ορισμένοι σύμμαχοι της Γερμανίας (Αυστρία, Ολλανδία, Φινλανδία) στην πρώτη οικονομική ταχύτητα της ΕΕ. Το 27% των συνολικών εξαγωγών της ΕΕ προέρχεται από τη Γερμανία, έναντι 12% της Γαλλίας.

γ) Η αυξανόμενη δυσκολία της αστικής διαχείρισης να δρομολογήσει μια ουσιαστική ανάκαμψη και να ανακόψει τη νέα επιβράδυνση της οικονομίας. Τόσο η περιοριστική εκδοχή της αστικής δημοσιονομικής διαχείρισης (με εμβληματικό παράδειγμα τη Γερμανία), όσο και η επεκτατική εκδοχή της κυβέρνησης των ΗΠΑ (με τα μεγάλα πακέτα κρατικών ενισχύσεων στους μονοπωλιακούς ομίλους) αδυνατούν να δρομολογήσουν την αναγκαία απαξίωση μεγάλου μέρους των υπερσυσσωρευμένων κεφαλαίων και να διασφαλίσουν νέα πεδία επένδυσης με ικανοποιητικό ποσοστό κέρδους για το κεφάλαιο.

Οι νέοι κλάδοι της οικονομίας, οι… ατμομηχανές της «πράσινης οικονομίας», της «κοινωνικής οικονομίας», της βιοτεχνολογίας δεν αρκούν για να αποτελέσουν ουσιαστική διέξοδο για την καπιταλιστική ανάπτυξη.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο οξύνεται η διαπάλη στο εσωτερικό της γερμανικής άρχουσας τάξης. Ισχυροποιείται η τάση που ζητά αναμόρφωση της Ευρωζώνης και κινήσεις εμβάθυνσης των σχέσεων συνεργασίας με τη Ρωσία και την Κίνα. Η αναβάθμιση της σημασίας των ασιατικών αγορών για τις γερμανικές εξαγωγές είναι αναμφισβήτητη. Μέσα στη διετία 2009-2010 οι γερμανικές εξαγωγές στην Κίνα αυξήθηκαν πάνω από 70% και αποτελούν ήδη το 47% των συνολικών εξαγωγών της ΕΕ-27 προς την Κίνα.

Στον αντίποδα βρίσκεται το μέρος της γερμανικής άρχουσας τάξης που αναδεικνύει τη σημασία των ασθενέστερων ευρωπαϊκών χωρών του Μεσογειακού Νότου για τις γερμανικές εξαγωγές εμπορευμάτων και κεφαλαίου, για τη συνοχή της μεγάλης ΕΕ-27, για τη διατήρηση του γαλλογερμανικού άξονα, καθώς και για τον παραδοσιακό ευρωατλαντικό προσανατολισμό (με τις ΗΠΑ βασικό στρατηγικό εταίρο της Γερμανίας). Αξίζει να επισημανθεί ότι μέχρι το 2008 το 27,5% του εμπορικού πλεονάσματος της Γερμανίας προερχόταν από τα υπερχρεωμένα κράτη (PIGS – Πορτογαλία, Ιταλία, Ελλάδα και Ισπανία) της Ευρωζώνης.

Αυτή η πλευρά επιμένει στην υπεροχή του ευρώ έναντι του μάρκου για τη γερμανική ανταγωνιστικότητα καθώς και στη σημασία της μεγάλης αγοράς της ΕΕ για τις γερμανικές εξαγωγές και τη διεθνή διαπραγματευτική δύναμη της Γερμανίας.

Το πεδίο όξυνσης των ενδοαστικών αντιθέσεων για το μέλλον της Ευρωζώνης δεν περιορίζεται μόνο στις επιλογές οικονομικής πολιτικής (ευρωομόλογο, λειτουργία και ρόλος ΕΚΤ κλπ). Επεκτείνεται στην ανταγωνιστικότητα για το μοίρασμα των αγορών και το γεωπολιτικό έλεγχο περιοχών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αποστασιοποίηση της Γερμανίας από ΗΠΑ, Γαλλία, Βρετανία στην αρχική ψηφοφορία του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για την επέμβαση στη Λιβύη, που συνέπλευσε με την Κίνα και τη Ρωσία. Επίσης η εγκατάλειψη από τη Γερμανία του προγράμματος πυρηνικής ενέργειας, που οδηγεί αντικειμενικά σε αύξηση της ενεργειακής εξάρτησης από τη Ρωσία.

Εκφράσεις της όξυνσης της διαπάλης ήταν οι προσφυγές ακαδημαϊκών στο Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας με τη στήριξη και του τέως προέδρου του Συνδέσμου Βιομηχάνων της Γερμανίας (BDI) Χένκελ, που ζητούσαν να κριθεί ως αντισυνταγματική η συμμετοχή της Γερμανίας στα πακέτα δανειοδότησης προς την Ελλάδα και στον προσωρινό μηχανισμό στήριξης, οι εκθέσεις της κεντρικής τράπεζας (Μπούντενσμπανκ) που θεωρούν ότι ο συμβιβασμός της 21ης Ιούλη οδηγεί σε «κοινοτικοποίηση των κινδύνων» των υπερχρεωμένων κρατών σε βάρος της γερμανικής οικονομίας, καθώς και η παραίτηση του επικεφαλής οικονομολόγου της ΕΚΤ Γιούργκεν Σταρκ. Κορυφαία η δήλωση του αντικαγκελάριου της Γερμανίας Φίλιπ Ρέσλερ «να σταματήσει να αποτελεί ταμπού μια χρεοκοπία της Ελλάδας»…

Στον αντίποδα, υπήρξε η σφοδρή κριτική των πρώην καγκελαρίων Κολ και Σμιτ προς τη γερμανική κυβέρνηση για κλονισμό των ευρωατλαντικών σχέσεων και ασαφή και άτολμη πολιτική για τη διατήρηση της Ευρωζώνης. Επίσης οι δηλώσεις του επικεφαλής του γερμανικού Συνδέσμου Εξαγωγέων (BGA) και της ηγεσίας της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας υπέρ του ευρωομόλογου. Σε επιστημονικό επίπεδο καταγράφηκε αντιπαράθεση μεταξύ του γερμανικού Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών (IFO) και του Ινστιτούτου Παγκόσμιας Οικονομίας του Βερολίνου για το κατά πόσο επιβαρύνει το κόστος δανεισμού της Γερμανίας το ευρωομόλογο.

Σ’ αυτό το πλαίσιο η κυβέρνηση της Μέρκελ επιχειρεί να συμβιβάσει τις ενδοαστικές αντιθέσεις της Γερμανίας προβάλλοντας στα υπόλοιπα κράτη – μέλη το δίλημμα: «πιο αυστηρή εναρμόνιση της οικονομικής πολιτικής ή στενότερη ζώνη του ευρώ». Ωστόσο, η γραμμή της δεν στοχεύει στην αποπομπή υπερχρεωμένων κρατών από την ΕΕ. Σ’ αυτήν την πορεία στηρίζεται από την Ολλανδία, την Αυστρία, την Φινλανδία. Φυσικά και αυτά τα κράτη έχουν τις ιδιαίτερες στοχεύσεις τους, όπως φάνηκε με την σκληρή διαπραγματευτική στάση της Φινλανδίας στο ζήτημα των εγγυήσεων για το πρόγραμμα δανεισμού της Ελλάδας.

Στο οικονομικό επίπεδο η γαλλική κυβέρνηση συμπλέει με τη γερμανική, με προτεραιότητα να αποφύγει μια ριζική συρρίκνωση της Ευρωζώνης, όπου πλέον ο συσχετισμός γι’ αυτήν θα είναι ακόμα πιο αρνητικός. Αυτή η γραμμή εκφράζεται σταθερά από το συμβιβασμό της Ντοβίλ, τον Οκτώβρη του 2010, μέχρι το κοινό πλαίσιο Μέρκελ – Σαρκοζί στις 16/8/2011, που περιλαμβάνει ενιαίο φορολογικό καθεστώς για τις γερμανικές και τις γαλλικές επιχειρήσεις.

Οι γαλλικοί τραπεζικοί όμιλοι είναι εκτεθειμένοι στο ιταλικό και το ισπανικό δημόσιο χρέος (κατέχουν το 15% των ιταλικών ομολόγων). Σε συνδυασμό με την επιβράδυνση της οικονομίας, η Γαλλία είναι πολύ πιθανό να γνωρίσει, όπως οι ΗΠΑ, υποβάθμιση στην πιστοληπτική της αξιολόγηση από τους γνωστούς οίκους.

Η αμερικανική κυβέρνηση ασκεί πιέσεις στη γερμανική σχετικά με την περιοριστική πολιτική της και τη μειωμένη ανάληψη βαρών από τη Γερμανία για τη διάσωση της Ευρωζώνης. Πιέσεις που εκφράστηκαν τόσο στη Σύνοδο του Γιούρογκρουπ (αντιπαράθεση των υπουργών Γκάιτνερ και Σόιμπλε) όσο και στην πρόσφατη Σύνοδο των «G7» στη Μασσαλία. Οι ΗΠΑ ανησυχούν για το ενδεχόμενο στενότερης προσέγγισης Γερμανίας – Ρωσίας – Κίνας, για την πιθανότητα εκδήλωσης νέας κρίσης στο βασικό εμπορικό εταίρο τους, την ΕΕ, και για τις επιπτώσεις στον ανταγωνισμό ευρώ – δολαρίου σαν διεθνών αποθεματικών νομισμάτων. Ωστόσο, την ίδια ώρα οι Ρεπουμπλικάνοι ασκούν αντίστροφη κριτική στην επεκτατική πολιτική της αμερικανικής κυβέρνησης, με αιχμές τη μεταρρύθμιση του συστήματος Υγείας, την αναποτελεσματικότητα του κρατικού πακέτου στήριξης των αμερικανικών ομίλων, ύψους 800 δισ. δολ., τη διόγκωση του αμερικανικού δημόσιου χρέους…

Η Κίνα και η Ρωσία ανακοινώνουν τη δυνατότητά τους τόσο για την αγορά κρατικών ομολόγων των υπερχρεωμένων κρατών-μελών της Ευρωζώνης όσο και για άμεσες επενδύσεις σε στρατηγικούς τομείς αυτών των χωρών. Οι κυβερνητικές επαφές Κίνας – Ιταλίας και Κύπρου – Ρωσίας αποτελούν τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Ταυτόχρονα, συνολικά οι BRICS και ιδιαίτερα η Ινδία και η Βραζιλία ασκούν κριτική μέσα στο εκτελεστικό συμβούλιο του ΔΝΤ για την ανεπάρκεια της γερμανικής πολιτικής των προγραμμάτων δανειοδότησης. Αντίστοιχη κριτική προς τις διαχειριστικές αδυναμίες των ΗΠΑ και της Γερμανίας ασκείται και με δηλώσεις της ρωσικής και της κινεζικής κυβέρνησης. Πρόκειται για ενδείξεις της μεταβολής του συσχετισμού δύναμης στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα. Συμπερασματικά ο συμβιβασμός στο εσωτερικό της Ευρωζώνης παραμένει προσωρινός και εύθραυστος. Το γερμανικό σχέδιο αναμόρφωσης της Ευρωζώνης πέρα από τον αντιλαϊκό του χαρακτήρα δεν μπορεί να ματαιώσει την εκδήλωση νέας κρίσης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου και την ένταση της ανισόμετρης ανάπτυξης στην ΕΕ. Η έκβαση της διαπάλης στο εσωτερικό της γερμανικής άρχουσας τάξης θα είναι καθοριστική για τη μεταβολή των συσχετισμών στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα

Προσοχή στη στιγμή

Η ελληνική άρχουσα τάξη έχει κάθε λόγο να αγωνιά από τους κλονισμούς και την όξυνση των αντιθέσεων στην ιμπεριαλιστική συμμαχία της ΕΕ, η οποία αποτελεί βασικό στήριγμά της. Εχει κάθε λόγο να ανησυχεί μπροστά στην αυξανόμενη δυσκολία της να διαχειριστεί την κρίση και την υπερχρέωση του κράτους της.

Η εργατική τάξη, τα λαϊκά στρώματα δεν έχουν κανένα λόγο να εγκλωβιστούν στα διλήμματά της. Οποιο αστικό σενάριο και αν δρομολογηθεί τελικά (ελεγχόμενη χρεοκοπία με νέο «κούρεμα» των κρατικών ομολόγων, διακοπή του προγράμματος δανεισμού και ώθηση της Ελλάδας σε έξοδο από την Ευρωζώνη κλπ) θα έχει την ίδια αντιλαϊκή κατεύθυνση, η οποία οδηγεί τη λαϊκή οικογένεια στη χρεοκοπία. Η συνεχής κλιμάκωση της αντιλαϊκής επίθεσης, που οδηγεί σε ραγδαία επιδείνωση, σε σχετική και απόλυτη εξαθλίωση μισθωτούς και αυτοαπασχολούμενους, είναι στοιχείο όλων των παραλλαγών του αστικού σχεδιασμού για τη θωράκιση της ανταγωνιστικότητας των μονοπωλίων. Οι εργαζόμενοι πρέπει να αντιληφθούν τη συγκυρία, σαν ιστορική ευκαιρία για την ανασύνταξη του εργατικού κινήματος, την οργάνωση της λαϊκής αντεπίθεσης. Τώρα που χάνει τη λάμψη του ο μύθος της κοινοτικής αλληλεγγύης και αποκαλύπτεται ο αντιδραστικός χαρακτήρας της ΕΕ σαν ιμπεριαλιστικής συμμαχίας. Τώρα που φαίνεται πιο καθαρά ο αντιλαϊκός χαρακτήρας και το αδιέξοδο της αστικής διαχείρισης. Τώρα είναι η ώρα να προβάλλουμε τις αντικειμενικές δυνατότητες που υπάρχουν για να ικανοποιηθούν οι λαϊκές ανάγκες και να απελευθερωθούν οι αναξιοποίητες δυνατότητες της Ελλάδας.

Τώρα μπορούμε από καλύτερες θέσεις να αναδείξουμε την αναγκαιότητα της «αποδέσμευσης από την ΕΕ και διαγραφής του χρέους με λαϊκή εξουσία», καθώς και τη δυνατότητα αξιοποίησης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων από το λαϊκό κίνημα.

* Ο Μάκης Παπαδόπουλος είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, υπεύθυνος του Τμήματος Οικονομίας

    

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: